Τέσσερα ερεθίσματα - μία απάντηση.
Στη μνήμη ενός Ποιητή, δίχως Ποίηση.
Η μονδέρνα Διανόηση και η ποινικοποίηση της Βλακείας.
Kυρίες, Κύριοι και Άλλα Όντα,
για πρώτη φορά στα ίντερνετς το αυθεντικό κείμενο της περίφημης “Πέστροφας”. Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η γλώσσα του, με μόνη αλλαγή την προσαρμογή στο μονοτονικό σύστημα (αφού δεν έχουν όλοι - ή δε γνωρίζουν - τη δυνατότητα εμφάνισης πολυτονικών κειμένων στον υπολογιστή τους).
Θα το βρείτε στο βιβλίο “Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι” (εκδόσεις Ίκαρος). Τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το ελλαδικό κράτος και τις οικογενειακές μας συνήθειες, ανήκουν πλέον στο Γιώργο Χατζηδάκι-Θεοφανόπουλο - ο οποίος πρόσφατα έχασε το εξασύλλαβο φορτίο του. Αλλά για κάποιον που ήρθε από τ’ άστρα και ήθελε απλά «να επικοινωνήσει, να διοχετευθεί και να εξαφανιστεί», αυτά είναι α-νόητα.
Μια σοσιαλιστική πέστροφα νεοελληνικής καταγωγής
Μάνος Χατζιδάκις, Μάιος 1985
Η πέστροφα, καθώς είναι γνωστό, με πείσμα πηδάει πηγαίνοντας πίσω κι αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού. Κι είναι αυτό φυσικό της, αυτό γυρεύει, αυτό έμαθε να κάνει. Δεν της το επιβάλλει ούτε η ανάγκη ούτε η λογική. Είναι στη φύση της - που λένε - να κάνει πήδους προς τα πίσω, μ’ αστείους ελιγμούς πάνω απ’ τα κύματα, που εκείνα τρέχουν μπρος ορμητικά.
Αν τώρα ντύσετε την πέστροφα με μια συγκεχυμένη σοσιαλιστική ιδεολογία και με ξεπλυμένα από τον ήλιο χρώματα, αυτά που τα ονομάζουν «τριτοκοσμικά», τότες παρουσιάζεται μπροστά σας πεντακάθαρα η του παρόντος χρόνου ελληνική κυβέρνηση, αυτή που ψήφισε ο ελληνικός λαός το ‘81, για να μας διαφεντέψει ιδιότυπα, επικίνδυνα κι ερασιτεχνικά επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια.
Όμως εδώ πρέπει να ομολογήσουμε πως η παρουσία της πέστροφας δεν είναι παρά το αποκορύφωμα της αθλιότητας στην εθνική μας ζωή τα τελευταία σαράντα χρόνια. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, οδυνηρά γνωρίσαμε την προδοσία μιας ολόκληρης γενιάς, που, πολεμώντας τους Γερμανούς και τους Ιταλούς κατακτητές, αποκτούσε το ηθικό έρεισμα το απαραίτητο για έναν μεταπολεμικό κόσμο (ηθικό έρεισμα άλλωστε που επεδίωξαν ν’ αποκτήσουν ακόμα και οι ίδιοι οι κατακτητές στις χώρες τους, για ν’ αντιμετωπίσουν την επιβίωσή τους στα μετά τον πόλεμο επερχόμενα χρόνια ανοικοδόμησης και ανακατάταξης). Αυτή λοιπόν η αντιστασιακή γενιά τόλμησε ακόμη να ονειρευτεί τον τόπο της, μακριά από την προκατάληψη, τον παλαιοκομματισμό και την ανυποληψία. Και η προδοσία υπήρξε χωρίς όρια. Από μεν την αριστερή παράταξη, θέλοντας ξεδιάντροπα να οικειοποιηθεί τους αγώνες όλου του ελληνικού λάου κι αφήνοντας βορά στο στόμα των λεόντων ένα δυναμικό νέων της χώρας, μοναδικό σε ήθος, υγεία και φαντασία. Κι αυτό, στ’ όνομα μιας εκ των προτέρων αποτυχημένης κι αμφιλεγόμενης ζαχαριαδικής τακτικής (η εκ των υστέρων αυτοκριτική της αποτυχίας του τότε αριστερού κινήματος θυμίζει πολύ το ανέκδοτο της εξ ουρανού φωνής προς τον χαμένο χαρτοπαίκτη, που του σιγοψιθυρίζει: «Χάσαμε»). Μια προδοσία που έφερε αναπάντεχα κι απρόσμενα την παραδοσιακή Δεξιά πάλι επί των επάλξεων και με το πρόσχημα του «κινδύνου» από ένα αμετακίνητο 11% της Αριστεράς, χάρισε στον τόπο άγρια τρομοκρατία υπηρετώντας τα συμφέροντα μιας ύποπτης ντόπιας νομενκλατούρας, κυρίως βασιζόμενη στον δοσιλογισμό, στην προδοσία και στη μικροαστική ηθική των απερχομένων. Έτσι, στ’ όνομα μιας ειδεχθούς εθνικοφροσύνης γνώρισε ο τόπος την πιο ξέφρενη επιβίωση των άρρωστων φασιστικών στοιχείων, που αντί να υποστούνε τιμωρία, ανακάλυψαν τους εαυτούς τους «εν δυνάμει», σχηματίζοντας μάλιστα και τα πρώτα έμβρυα της δικτατορίας και της ιωαννιδικής τρομοκρατίας του ‘67. Μέσα σ’ ένα σκηνικό γραφικότητας και επερχόμενης ευμάρειας, η Ελλάδα ζούσε έναν θανατηφόρο ευνουχισμό των ζωντανών ικμάδων της.
Με τη δικτατορία γκρεμίστηκε το σκηνικό κι άρχισε μ’ επισταμένη προσοχή η ιχθυοκαλλιέργεια. Έτσι γεννήθηκε και η πέστροφα που μας απασχολεί στις μέρες μας με τα καμώματά της.
Από το ιστορικό που παρέθεσα πιο πάνω γίνεται φανερό πως η σοσιαλιστική μας πέστροφα είναι αποτέλεσμα διεργασιών σαράντα χρόνων κι αποτελεί προϊόν ιχθυοκαλλιέργειας που ήκμασε στα επτά χρόνια της δικτατορικής περιόδου. Μόνον που οι επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία ιδιότητές της δεν είναι ορατές από τους διοπτροφόρους Έλληνες πολίτες. Κανείς δεν φρόντισε να τους πληροφορήσει, κανένας δεν τους έμαθε να βλέπουν. Και η ευθύνη βαρύνει όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις, κάθε παράταξης. Όλοι φοβήθηκαν τη σωστή πληροφόρηση και τον σχηματισμό ορθών πολιτικών κριτηρίων. Έτσι η νεοελληνική μας πέστροφα περνάει γι’ αυθεντική.
Μέσα σ’ αυτήν την παρεξήγηση, την σοσιαλιστική, έρχεται και το «Τέταρτο», παιγνίδι των καιρών, υπαινισσόμενο το τελευταίο τέταρτο του αιώνα που διανύουμε, την έπειτα απ’ το Τρίτο Πρόγραμμα περίοδο του τόπου, ακόμα και την έναρξη της τέταρτης εικοσαετίας στη ζωή μου. Όλα σημαδιακά και Τέταρτα. Με αυτό ονειρεύτηκα να μπω στην παρατήρηση και στη θεώρηση, στην κριτική όλων των κοινών. Να γίνω ένας πολίτης έξω απ’ τις Τέχνες και πιο βαθιά μέσα σ’ αυτές.
Και βρήκα την ανάγκη να εκδοθεί το «Τέταρτο» σήμερα πιο επιτακτική από κάθε άλλη φορά. Γιατί, με μια περίεργη συγκυρία, το «Τέταρτο» συμπίπτει με τα εγκαίνια μιας καινούριας ηθικής μες στις πολιτικές μας διαδικασίες.
Η θρασύδειλη μέθοδος που εφαρμόστηκε για την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου Καραμανλή από την προεδρία, με το απρόοπτο υπόγειο και θεατρικό χτύπημα του αρχηγού της κυβερνητικής παρατάξεως, υποβιβάζει τα πολιτικά μας ήθη στην προπολεμική βαλκανική τακτική ή στην κοντά στις μέρες μας λατινοαμερικάνικη δύσοσμη ασυδοσία. Και μ’ όλο τον σεβασμό, τον θαυμασμό και την αληθινή φιλία προς τον αποχωρήσαντα πρόεδρο, θέλω να τονίσω οτι κείνο που μετράει είναι η χωρίς ήθος διαδικασία της απομακρύνσεως περισσότερο κι από την απομάκρυνση. Κι όσο για τον πρόεδρο, υπήρξε και παραμένει αληθινό πρόσωπο. Και τ’ αληθινά πρόσωπα δεν είναι δυνατόν να τα εξαφανίσει κανείς. Παραμένουν για πάντα εν ισχύι.
Μόνο που η πέστροφα, αντί να μας φέρνει στον νου το θαυμαστό τραγούδι του Σούμπερτ, ξυπνάει μέσα μας ταγκό, μιλόγκες ή βραζιλιάνες σάμπες δικτατορικών προδιαγραφών. Παρ’ όλο που η δική μας πέστροφα παρουσιάζεται να χορεύει με πλαστό πάθος χασάπικα και ζεϊμπέκικα πρόσφατης νεοελληνικής παραγωγής. Έχει ανάγκη, βλέπετε, από μιαν ελληνική ταυτότητα. Με μπαγλαμάδες και μπουζούκια. Με τσακίσματα στη μέση και πηδήματα. Προς τα πίσω. Πάντα και «φυσικά» προς τα πίσω.
Οφείλω να σας αποκαλύψω πως το «Τέταρτο» φιλοδοξεί να σας παρέχει επιπλέον κάθε μήνα κι από ένα μάθημα ιχθυολογίας. Το κρίνουμε απαραίτητο. Ίσως μπορέσετε και ξεχωρίζετε στο μέλλον τις πέστροφες των σκανδιναβικών θαλασσών απ’ τις δικές μας, τις ντόπιες, τις ρεμπέτικες, με τ’ άχαρα τσακίσματα μιας καθυστερημένης κι ύποπτης λαϊκοφροσύνης.
Τό ‘γραψα για τον Απρίλη. Το περιοδικό όμως δεν μου άρεσε, όπως δεν άρεσε και στους συνεργάτες μου, έτσι όπως έγινε, δεν ήταν αυτό που θέλησα να κάνω. Κι έτσι δεν κυκλοφόρησε την πρωταπριλιά για να το δουλέψουμε απ’ την αρχή.
Στο μεταξύ μεσολαβήσανε πολλά κι η πέστροφα έγινε καρχαρίας που πάει να μας φάει όλους. Όφειλα να γράψω κάτι διαφορετικό, πιο συνεπές με ό,τι συνέβη κι ό,τι φανερώθηκε τούτο τον καιρό.
Όμως - κι εδώ αρχίζει το παραμύθι - δημοσιογράφοι έξυπνοι πληροφορήθηκαν πως για την αναβολή της έκδοσης του «Τέταρτου» στάθηκε αφορμή το σχόλιο αυτό. Το είδαν δεξιό, είδαν τον Κοσκωτά να «πρασινίζει» για την εξυπηρέτηση των οικονομικών του συμφερόντων, είδαν μια έντονη συνομιλία-διένεξη ανάμεσά μας κι εμένα να υποχωρώ (χωρίς ν’ αποχωρώ) και να «πολτοποιούμε» μάλιστα έναν μεγάλο αριθμό τυπωμένων ήδη περιοδικών.
Στέλνω μια επιστολή στον συμπαθή και φίλο εκδότη, πληροφορώντας τον ποια είναι η αλήθεια της αναβολής. Μα εκείνος μ’ έκπληξη βλέπω να επιμένει, σχολιάζοντας το γράμμα μου, πως η δικιά του αλήθεια, η συντεθείσα από τους ντετεκτιβικούς συντάκτες του, είναι πιο αληθινή απ’ τη δικιά μου αλήθεια. Ύστερα απ’ αυτό, τι άλλο είχα να κάνω απ’ το να δημοσιεύσω το, ας πούμε, ξεπερασμένο από τα γεγονότα σχόλιό μου, να γράψω ένα άλλο για τον Μάη και να το δημοσιεύσω κι αυτό.
Οι εμπνευστές του πιο πάνω σεναρίου, του «περί δεξιού σχολίου και διενέξεως», δεν σκέφτηκαν πως διαθέτω μια πολύ έντονη, γνωστή και θορυβώδη ιστορία με «προϊσταμένους» στο πρόσφατο παρελθόν. Και πως, σε τελευταία ανάλυση, αν ο κ. Κοσκωτάς δεν ήθελε, τότε κι εγώ πολύ απλά θα αποχωρούσα για να συνεργαστώ με άλλον εκδοτικό οργανισμό. Κι όπως υπάρχουν οργανισμοί, δόξα τω Θεώ, έτσι υπάρχουν και διευθυντές περιοδικών πάρα πολλοί, που έναντι μισθού υποχωρούν χωρίς ν’ αποχωρούν. Τις επιλογές μας τις κάναμε ελεύθερα τόσον ο κ. Κοσκωτάς όσον κι εγώ. Κανείς δεν μας επίεσε να δεχθούμε ο ένας τον άλλο.
Να όμως που οι σεναριογράφοι και ο έκδοτης που φιλοξένησε το σενάριο, σκέφτονται διαφορετικά - κρίνοντας μάλλον εξ ιδίων; Γιατί πώς να αιτιολογήσω την τόση επιμονή στην διαψευσθείσα αλήθεια τους;
Γι’ αυτό και η επαναδημοσίευση του απριλιάτικου σχολίου «περί πέστροφας», μόλο που έχει κιόλας ολόκληρο δημοσιευθεί στο περιοδικό «Αντί» - κι αυτό ενημερωμένο άριστα, διαθέτοντας μάλιστα και φωτοτυπία της σελίδας απ’ το περιοδικό που δεν κυκλοφόρησε (εδώ πρέπει να τονίσω πως έδωσα εγώ ο ίδιος την άδεια στον φίλο μου κ. Παπουτσάκη να το δημοσιεύσει ολόκληρο. Ο βιασμός είχε συμβεί. Τουλάχιστον νά ‘χουμε τη χαρά της συμμετοχής).
Ελπίζω όσα συνέβησαν νά ‘ναι για τελευταία φορά, αδιαφορώντας λίγο, ας μου επιτραπεί, μπροστά στο κατά πόσον οι άλλοι νιώθουν φιλικά ή όχι μαζί μου.
Αρκεί να νιώθω εγώ σωστά και καθαρά μ’ αυτούς.
…έξοχα κείμενα από έναν άνθρωπο που θα (πρέπει να) παραμείνει αξέχαστος…