Έξωση

H παλιά μου γειτονιά, είχε ένα κακό.

Για τη ράτσα των Ανθρώπων του Κέντρου, οι συνθήκες ήταν ιδανικές. Εστιατόρια, ποτάδικα, μουσικές σκηνές, κινηματογράφοι, θέατρα, πεζόδρομοι, πλατείες, υπηρεσίες, καταστήματα: όλα σε απόσταση βολής. Κι η θάλασσα με την περαντζάδα της, να σου γνέφει απ’ τη γωνία - κρύβοντας έντεχνα όσα μυστικά ξέρουν οι οδοντίατροι, το Ρεξόνα και ο Αναστόπουλος. Μαγεία.

Όμως είμαι ημίαιμος και δεν αντέχω το θόρυβο.

Ευτυχώς, το διαμέρισμα ήταν στον τρίτο και αρκετά μεγάλο για την ταπεινότητά μου· η μεταφορά του υπνοδωματίου στο πίσω μέρος του κτιρίου, ήταν μια κάποια λύσις. Αφού πλέον θα μεσολαβούσε ακόμη ένας τοίχος και η απόσταση από τον κεντρικό δρόμο αυξανόταν στα επτά μέτρα, με λίγη τύχη και μια χούφτα βαρβιτουρικά, θα κοιμόμουν σαν πουλάκι. Και η θεωρία μου αποδείχτηκε σωστή, μέχρι εκείνο το πρωί.

Φέρτε κατά νου τον πιο δυνατό ήχο που έχετε ακούσει. Πολλαπλασιάστε τον επί δύο και προσθέστε τo φορτίσιμο μιας βραδιάς ανεξέλεγκτης κατανάλωσης χαλασμένων οσπρίων. Με αυτή τη γλυκιά ανάμνηση, έχετε πλησιάσει στο μισό της έντασης του κρότου που με ξύπνησε.

Kάθιδρος άνοιξα το παράθυρο για να ελέγξω αν είχε γίνει έκρηξη στον καυστήρα. Άκυρο. Η μόνη έκρηξη στον ακάλυπτο, ήταν αυτή των ορμονών της γιαγιάς στο απέναντι ρετιρέ, βλέποντας το λεοπάρ τάνγκα και το γεμάτο υποσχέσεις βλέμμα μου (τίποτε από τα δύο δεν ίσχυε, αλλά ας όψεται ο καταρράκτης). Κατόπιν έβγαλα στην αναφορά το θερμοσίφωνα και τις υπόλοιπες ηλεκτρικές συσκευές: τσίλικες και δαύτες. Φόρεσα κάτι λιγότερο παρεξηγήσιμο και βγήκα στο μπαλκόνι της πρόσοψης, χάνoντας για πάντα ένα κομμάτι της καρδιάς μου.

Ο πατέρας φώναζε κι έσπρωχνε, προσπαθώντας μάταια να σώσει ό,τι μπορούσε. Γύρω οι φίλοι, άμισθοι κομπάρσοι. Τελευταία η μητέρα με τα μικρά της - όσα είδαν το φως του ήλιου κι αυτά που έρχονταν - να κοιτά σταθερά στα μάτια αυτούς που γκρέμιζαν το σπίτι της.

Βουβή. Ακίνητη.

(Τους φώναξα και δεν άκουγαν.)

Οι υπάλληλοι του δήμου συνέχιζαν μηχανικά το έργο τους. Σύντομα, είχαν μείνει μόνο το πάτωμα και τα θεμέλια. Οι φίλοι πήραν τον πατέρα λίγο παρακάτω, ψάχνοντας για μια γρήγορη λύση. Ήταν σαστισμένος, όμως δε φαινόταν να είχε συνειδητοποιήσει το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής. Μόνο η μητέρα ήξερε και καταλάβαινε - αλλά έμενε.

Βουβή. Ακίνητη.

(Τους φώναξα και δεν άκουγαν.)

Όταν άρχισε να πέφτει το κλαδί, σάστισα. Κρύφτηκα πίσω από τα παντζούρια και κράτησα την αναπνοή μου.

(Ένας…

…δύο…)

Κάθε τρεις και λίγο, οι ανέραστοι άρχοντες της πόλης έστελναν άσχετα συνεργεία για να κλαδέψουν τα δέντρα στα πεζοδρόμια και να μας αφήσουν με κακοκουτσουρεμένα εξαμβλώματα (βλέπετε, είχαν ήδη λύσει τα υπόλοιπα προβλήματα). Στα ψηλότερα, τα πουλιά έχτιζαν φωλιές· όπως σε αυτό που έριχνε τον ίσκιο του στα μεσημέρια μου.

(…κανείς θάνατος δεν είναι μικρός.)

Την άνοιξη, ένα καλό πρωινό ξύπνημα έφερε πίσω τις ψυχές που χάθηκαν.

 

 

One Response

  1. [...] Έξωση [...]

Leave a Reply